Κάνναβη ευρωπαϊκή νομοθεσία

Ποια είναι η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την κάνναβη;

30.6.2017 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης | L 167/1
Μέτρα ελέγχου σχετικά με την καλλιέργεια κάνναβης, ορισμένες διατάξεις σχετικά με τις ενισχύσεις οικολογικού προσανατολισμού, τις ενισχύσεις αγροτών νεαρής ηλικίας οι οποίοι ασκούν τον έλεγχο νομικού προσώπου, τον υπολογισμό του ανά μονάδα ποσού στο πλαίσιο της προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης, τα τμήματα δικαιωμάτων ενίσχυσης και ορισμένες υποχρεώσεις κοινοποίησης που σχετίζονται με το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης και την προαιρετική συνδεδεμένη στήριξη και για την τροποποίηση του παραρτήματος X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου


Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 35 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 44 παράγραφος 5 στοιχείο β) και το άρθρο 46 παράγραφος 9 στοιχεία α) και γ), το άρθρο 50 παράγραφος 11, το άρθρο 52 παράγραφος 9 στοιχείο α) και το άρθρο 67 παράγραφοι 1 και 2 στοιχείο α),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) | Σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων όσον αφορά κανόνες που εξαρτούν τη χορήγηση των ενισχύσεων από τη χρήση πιστοποιημένων σπόρων ορισμένων ποικιλιών κάνναβης και προσδιορίζουν τη διαδικασία για τον καθορισμό των ποικιλιών κάνναβης και την εξακρίβωση της περιεκτικότητάς τους σε τετραϋδροκανναβινόλη (περιεκτικότητα σε THC) που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του ίδιου κανονισμού. Επί του παρόντος, το άρθρο 9 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 της Επιτροπής (2) προβλέπει μόνο την υποχρέωση χρήσης σπόρων προς σπορά των ποικιλιών που περιλαμβάνονται στον «Κοινό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών», πιστοποιημένων σύμφωνα με την οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου (3). Οι κανόνες προσδιορισμού των ποικιλιών κάνναβης και εξακρίβωσης της περιεκτικότητάς τους σε THC που καθορίζονται επί του παρόντος στο άρθρο 45 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 809/2014 της Επιτροπής (4) και στο παράρτημά του θα πρέπει να περιληφθούν στο άρθρο 9 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014.
(2) | Οι κανόνες προσδιορισμού των ποικιλιών κάνναβης και εξακρίβωσης της περιεκτικότητας σε THC βασίζονται στην παραδοχή ότι η κάνναβη είναι η κύρια καλλιέργεια, πλην όμως δεν είναι πλήρως κατάλληλοι για την κάνναβη ως εμβόλιμη καλλιέργεια. Η μέθοδος της εμβόλιμης καλλιέργειας έχει αποδειχθεί κατάλληλη για τη βιομηχανική κάνναβη και συμβατή με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, ως εκ τούτου δικαιολογείται η προσαρμογή αμφότερων των διατάξεων προκειμένου να συνεκτιμώνται τα χαρακτηριστικά της κάνναβης ως εμβόλιμης καλλιέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο επίσης να δοθεί ορισμός της εμβόλιμης καλλιέργειας κάνναβης.
(3) | Στο άρθρο 24 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θεσπίζονται οι απαιτήσεις για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης. Για την αποφυγή αποκλινουσών ερμηνειών, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί, για τους σκοπούς του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, ότι τμήμα του δικαιώματος ενίσχυσης θεωρείται επίσης ότι έχει ενεργοποιηθεί πλήρως. Θα πρέπει, πάντως, να αναφέρεται ρητά ότι η ενίσχυση υπολογίζεται βάσει της αντίστοιχης υποδιαίρεσης του επιλέξιμου εκταρίου.
(4) | Τα άρθρα 38 έως 48 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θεσπίζουν κανόνες οι οποίοι συμπληρώνουν τις διατάξεις για τις καθιερωμένες πρακτικές οικολογικού προσανατολισμού που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. Βάσει της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά το πρώτο έτος εφαρμογής των εν λόγω πρακτικών, είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν ορισμένες πτυχές των κανόνων αυτών προκειμένου να απλουστευθεί η εφαρμογή των πρακτικών οικολογικού προσανατολισμού προς όφελος των γεωργών και των εθνικών διοικήσεων, διατηρώντας παράλληλα ή βελτιώνοντας τον αντίκτυπο στο περιβάλλον και στο κλίμα. Ειδικότερα, οι τροποποιήσεις θα πρέπει να συμβάλλουν στις δράσεις που εντοπίζονται στα συμπεράσματα της ενδιάμεσης επανεξέτασης της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα έως το 2020 και στην πρόοδο της υπαγωγής των γεωργικών εκτάσεων σε μέτρα σχετικά με τη βιοποικιλότητα στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (5).
(5) | Στους κανόνες για τον υπολογισμό των μεριδίων διαφορετικών καλλιεργειών -για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς την απαίτηση περί διαφοροποίησης των καλλιεργειών- οι οποίοι διατυπώνονται στο άρθρο 40 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, η περίοδος διαφοροποίησης των καλλιεργειών βασίζεται στις παραδοσιακές πρακτικές καλλιέργειας στα κράτη μέλη. Είναι σκόπιμο να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να καθορίζουν διαφορετικές περιόδους σε περιφερειακό ή υποπεριφερειακό επίπεδο, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στο έδαφός τους. Σε ορισμένες ιδιάζουσες καταστάσεις στις οποίες καλλιεργείται μεγάλη ποικιλία ειδών σε μικρές εκτάσεις γης, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα, προκειμένου να απλουστευθεί η δήλωση των καλλιεργειών, να δηλώνονται ως ενιαία πολυκαλλιέργεια.
(6) | Όσον αφορά τη γη υπό αγρανάπαυση, ο καθορισμός περιόδου, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, στη διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπάρχει γεωργική παραγωγή είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής αποδοτικότητας της γης υπό αγρανάπαυση και για την αποφυγή σύγχυσης με άλλες εκτάσεις, όπως οι βοσκότοποι. Για να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές αγροκλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην Ένωση, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν την εν λόγω περίοδο έτσι ώστε να επιτρέπουν στους γεωργούς την επανέναρξη των βασικών καλλιεργειών πριν από το τέλος του έτους. Παρά ταύτα, η εν λόγω περίοδος δεν πρέπει να είναι μικρότερη των έξι μηνών προκειμένου να πληρούνται οι στόχοι της περιβαλλοντικής αποδοτικότητας και να αποφεύγεται η σύγχυση με άλλες περιοχές.
(7) | Η διάκριση μεταξύ των διαφόρων χαρακτηριστικών του τοπίου που απαριθμούνται στο άρθρο 45 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 αποτελεί πηγή αβεβαιότητας για τους γεωργούς που δηλώνουν περιοχές οικολογικής εστίασης. Για να περιοριστεί η εν λόγω αβεβαιότητα, να απλουστευθεί η διαχείριση του καθεστώτος από τις αρχές των κρατών μελών και να μειωθεί η περιπλοκότητα με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι γεωργοί που δηλώνουν περιοχές οικολογικής εστίασης, οι φυτοφράκτες ή δενδρόφυτες ζώνες που αναφέρονται στο στοιχείο α) της εν λόγω διάταξης και οι δεντροστοιχίες που αναφέρονται στο στοιχείο γ) της εν λόγω διάταξης πρέπει να ομαδοποιηθούν ως ενιαίο χαρακτηριστικό του τοπίου, προκειμένου να εφαρμόζεται σε αυτά ενιαίο όριο διαστάσεων. Εξάλλου, για τους ίδιους λόγους, οι περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 4 στοιχείο δ) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θα πρέπει να ομαδοποιηθούν σε πρεμνοφυή δάση.
(8) | Πέραν αυτού, παρότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 51 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, είναι αναγκαίες οι μέγιστες διαστάσεις των χαρακτηριστικών του τοπίου προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η περιοχή είναι κυρίως γεωργική, τα όρια διαστάσεων δεν πρέπει να συνεπάγονται τον αποκλεισμό χαρακτηριστικών τα οποία υπερβαίνουν μεν τις εν λόγω διαστάσεις, πλην όμως είναι μεγάλης αξίας για τη βιοποικιλότητα. Ως εκ τούτου, η έκταση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως χαρακτηριστικό του τοπίου δυνάμει του άρθρου 45 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 πρέπει να υπολογίζεται έως τη μέγιστη διάσταση του χαρακτηριστικού.
(9) | Δεδομένου του σημαντικού περιβαλλοντικού οφέλους της παραποτάμιας βλάστησης που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο του άρθρου 45 παράγραφος 4 και στο άρθρο 45 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, κρίνεται σκόπιμο να οριστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της παραποτάμιας βλάστησης για τον σκοπό του υπολογισμού των περιοχών οικολογικής εστίασης.
(10) | Για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 σε σχέση με το άρθρο 45 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, οι παρυφές αγρών, που επί του παρόντος αναφέρονται στο στοιχείο ε) της εν λόγω διάταξης, θα πρέπει να συγχωνευθούν με τις ζώνες ανάσχεσης του άρθρου 45 παράγραφος 5 του ίδιου κανονισμού, θα πρέπει δε να καθοριστεί ενιαίο όριο διαστάσεων όσον αφορά τις ζώνες ανάσχεσης και τις παρυφές των αγρών. Οι μέγιστες διαστάσεις σε σχέση με τις ζώνες ανάσχεσης και τις παρυφές των αγρών θα πρέπει να αναφέρονται στην έκταση η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ζώνη ανάσχεσης ή παρυφές αγρών δυνάμει του άρθρου 45 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014. Για να παρέχεται η μέγιστη δυνατή ευελιξία στους γεωργούς, ο ορισμός των ζωνών ανάσχεσης δυνάμει των ΚΓΠΚ 1, ΚΑΔ 1 ή ΚΑΔ 10, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), καθώς και των παρυφών των αγρών που προστατεύονται δυνάμει των ΚΓΠΚ 7, ΚΑΔ 2 ή ΚΑΔ 3, όπως αναφέρεται στο ίδιο παράρτημα, πρέπει να συμπληρωθεί με τη φράση «άλλες ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών», η οποία θα αναφέρεται σε κάθε είδους ζώνη που δεν καλύπτεται από τις δύο αυτές κατηγορίες στο πλαίσιο των κανόνων της πολλαπλής συμμόρφωσης.
(11) | Βάσει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, χαρακτηριστικά τοπίου και ζώνες ανάσχεσης που γειτνιάζουν με την αρόσιμη γη μπορούν να χαρακτηρίζονται ως περιοχές οικολογικής εστίασης. Για τη μεγιστοποίηση του περιβαλλοντικού οφέλους των χαρακτηριστικών τοπίου και των ζωνών ανάσχεσης που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφοι 4 και 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 και την ενθάρρυνση της προστασίας και της συντήρησης πρόσθετων στοιχείων, η διάταξη αυτή πρέπει να συμπληρωθεί με κανόνες οι οποίοι παρέχουν ευελιξία, λαμβάνοντας υπόψη άλλα στοιχεία μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας τα οποία πληρούν τον ορισμό των εν λόγω ειδών περιοχών οικολογικής εστίασης και δεν γειτνιάζουν άμεσα με την αρόσιμη γη της εκμετάλλευσης. Ως εκ τούτου, εφόσον οι εν λόγω ζώνες ανάσχεσης και οι παρυφές αγρών ή τα χαρακτηριστικά τοπίου είναι παρακείμενα σε περιοχή οικολογικής εστίασης η οποία γειτνιάζει άμεσα με την αρόσιμη γη της εκμετάλλευσης, θα πρέπει επίσης να χαρακτηρίζονται περιοχές οικολογικής εστίασης.
(12) | Για τους ίδιους λόγους με αυτούς που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 σχετικά με το άρθρο 45 παράγραφος 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, οι μέγιστες διαστάσεις που καθορίζονται για τις λωρίδες επιλέξιμων εκταρίων κατά μήκος των παρυφών δασών που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 7 του ίδιου κανονισμού θα πρέπει να αφορούν την έκταση η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια λωρίδα σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.
(13) | Υπό το φως των διατάξεων του στοιχείου ζ) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι απαιτήσεις όσον αφορά τη χρήση ορυκτών λιπασμάτων και/ή προϊόντων φυτοπροστασίας θεσπίζονται μόνον εφόσον επιτρέπονται τα εν λόγω προϊόντα εισροών.
(14) | Η υπάρχουσα καταληκτική ημερομηνία για τη σπορά των εμβόλιμων καλλιεργειών ή της φυτοκάλυψης που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 9 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 δεν συνάδει πάντα με τις γεωπονικές πρακτικές ή τις κλιματικές συνθήκες. Για να επιτυγχάνονται καλύτερα οι περιβαλλοντικοί στόχοι του συγκεκριμένου είδους περιοχής οικολογικής εστίασης, κρίνεται σκόπιμο η καταληκτική ημερομηνία για τη σπορά των εμβόλιμων καλλιεργειών ή της φυτοκάλυψης να αντικατασταθεί με ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα παρουσίας των εν λόγω εμβόλιμων καλλιεργειών ή της φυτοκάλυψης. Για να παρέχεται η αναγκαία ευελιξία και να λαμβάνονται υπόψη οι καιρικές συνθήκες της εποχής, πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ορίζουν το εν λόγω χρονικό διάστημα στο πλέον προσήκον γεωγραφικό επίπεδο. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι η διάρκεια παρουσίας των εμβόλιμων καλλιεργειών ή της φυτοκάλυψης στο έδαφος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική δέσμευση των καταλοίπων νιτρικών αλάτων και η εδαφοκάλυψη για όσο διάστημα η έκταση δεν καλύπτεται από την κύρια καλλιέργεια, η ελάχιστη διάρκεια της περιόδου πρέπει να καθοριστεί σε επίπεδο Ένωσης. Για τη διασφάλιση της συνέπειας προς την ερμηνεία που δίνεται στον ορισμό των αγρωστωδών ή λοιπών ποωδών κτηνοτροφικών φυτών του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, πρέπει να επιτρέπεται και η επισπορά ψυχανθών στη βασική καλλιέργεια. Εξάλλου, προκειμένου να διασφαλίζεται συνέπεια ανάμεσα στις ισοδύναμες πρακτικές που καλύπτονται από δεσμεύσεις ή από συστήματα πιστοποίησης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 αντίστοιχα, απαιτείται να ευθυγραμμιστούν οι κανόνες χαρακτηρισμού των εμβόλιμων καλλιεργειών ή της φυτοκάλυψης ως περιοχών οικολογικής εστίασης.
(15) | Παρότι κατά γενικό κανόνα μόνον οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται αμιγώς αζωτοδεσμευτικά φυτά πρέπει να χαρακτηρίζονται περιοχές οικολογικής εστίασης, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοσιακές πρακτικές καλλιέργειας τα εν λόγω φυτά συχνά καλλιεργούνται μαζί με άλλα φυτά, κρίνεται σκόπιμο να επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 45 παράγραφος 10 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 ο χαρακτηρισμός ως περιοχών οικολογικής εστίασης και εκτάσεων με συγκαλλιέργειες, υπό τον όρο να διασφαλίζεται η επικράτηση των αζωτοδεσμευτικών καλλιεργειών. Πέραν αυτού, βάσει της εμπειρίας από την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 45 παράγραφος 10 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 και υπό το φως της εφαρμογής της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7) και της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), κρίνεται περιττή η θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με τη θέση των εκτάσεων στις οποίες μπορούν να καλλιεργούνται αζωτοδεσμευτικά φυτά. Αντ’ αυτού, και προκειμένου να ενισχυθούν οι προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση του κινδύνου έκπλυσης αζώτου το φθινόπωρο, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να θεσπίζουν πρόσθετους όρους σχετικά με τις αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες, εφόσον κρίνεται αναγκαίο. Εξάλλου, προκειμένου να διασφαλίζεται συνέπεια ανάμεσα στις ισοδύναμες πρακτικές που καλύπτονται από δεσμεύσεις ή από συστήματα πιστοποίησης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 αντίστοιχα, απαιτείται να ευθυγραμμιστούν οι κανόνες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των αζωτοδεσμευτικών καλλιεργειών ως περιοχών οικολογικής εστίασης.
(16) | Η εμπειρία από την εφαρμογή του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 αποδεικνύει ότι ορισμένες διατάξεις σχετικά με τα είδη περιοχών οικολογικής εστίασης απαιτείται να εξειδικευθούν περαιτέρω όσον αφορά την απαίτηση «μη παραγωγής», περιλαμβανομένων των κανόνων που διέπουν τη χορτοκοπή και τη βοσκή, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι για τη βιοποικιλότητα και να διασφαλίζεται συνέπεια με άλλα μέσα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ειδικότερα, όσον αφορά την απαίτηση «μη γεωργικής παραγωγής» που τίθεται για τα είδη περιοχών οικολογικής εστίασης που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφοι 2, 4 στοιχείο ε), 5 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η παραγωγή πρέπει να νοείται ως γεωργική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, και όχι κατά την ευρύτερη έννοια των σημείων ii) και iii) του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του ίδιου κανονισμού, και δεν πρέπει να θίγει τους κανόνες περί ελάχιστης εδαφοκάλυψης της ΚΓΠΚ 4 που αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013. Πέραν τούτου, προκειμένου να μεγιστοποιούνται τα περιβαλλοντικά οφέλη, θα πρέπει να παρέχονται κίνητρα στους γεωργούς για ανάληψη δράσεων, ιδίως τη διευκόλυνση της επικονίασης, ώστε να διαφυλάσσεται και να αυξάνεται η βιοποικιλότητα, με στόχο τη δημιουργία φυτοκάλυψης, καθώς και δράσεων οι οποίες καλύπτονται, για παράδειγμα, από γεωργοπεριβαλλοντική και κλιματική δέσμευση.
(17) | Δεδομένου ότι τα τρία κύρια είδη εκτάσεων που δηλώθηκαν από τους γεωργούς ως περιοχές οικολογικής εστίασης κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του άρθρου 46 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 είναι εκτάσεις οι οποίες είναι ή μπορούν να είναι παραγωγικές (ήτοι γη υπό αγρανάπαυση, εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη και αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες), είναι πιθανόν στις περιοχές οικολογικής εστίασης να χρησιμοποιούνται προϊόντα φυτοπροστασίας. Συνεπώς, για τη διαφύλαξη και την αύξηση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τους στόχους του οικολογικού προσανατολισμού, κρίνεται σκόπιμη η απαγόρευση της χρήσης προϊόντων φυτοπροστασίας στις ακόλουθες περιοχές οικολογικής εστίασης οι οποίες είναι ή μπορούν να είναι παραγωγικές: γη υπό αγρανάπαυση, λωρίδες επιλέξιμων εκταρίων κατά μήκος των παρυφών δασών με παραγωγή, εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη και αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες. Εάν οι εμβόλιμες καλλιέργειες ή η φυτοκάλυψη διαμορφώνονται με επισπορά αγρωστωδών ή ψυχανθών στη βασική καλλιέργεια, για να αποφεύγονται για λόγους αναλογικότητας οι συνέπειες στη διαχείριση της βασικής καλλιέργειας, η εν λόγω απαγόρευση θα πρέπει να ισχύει από τον χρόνο της συγκομιδής της βασικής καλλιέργειας. Για τη διασφάλιση της συνέπειας μεταξύ της απαγόρευσης και των συνήθων γεωπονικών πρακτικών καθώς της ασφάλειας δικαίου και για να αποφεύγονται οι διοικητικές δυσκολίες για τους γεωργούς και τις εθνικές διοικήσεις είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η απαγόρευση της επισποράς πρέπει να ισχύει επί τουλάχιστον κάποια ελάχιστη περίοδο, η οποία πρέπει να είναι ίση με την ελάχιστη περίοδο κατά την οποία πρέπει να υπάρχει παρουσία εμβόλιμων καλλιεργειών ή φυτοκάλυψης σε εκτάσεις οι οποίες διαμορφώνονται με σπορά μείγματος ειδών καλλιέργειας, ή έως τη σπορά της επόμενης κύριας καλλιέργειας.
(18) | Το άρθρο 49 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θεσπίζει τους κανόνες πρόσβασης των νομικών προσώπων στην ενίσχυση για γεωργούς νεαρής ηλικίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. Βάσει της εμπειρίας από την εφαρμογή του άρθρου 49 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, απαιτείται να διευκρινιστεί περαιτέρω η ερμηνεία της απαίτησης που θεσπίζεται στο στοιχείο β) του άρθρου 50 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να πληροί το ηλικιακό κριτήριο ο γεωργός νεαρής ηλικίας ο οποίος ασκεί αποτελεσματικό και μακροχρόνιο έλεγχο στο νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι ο γεωργός νεαρής ηλικίας πρέπει να πληροί το ηλικιακό όριο των 40 ετών κατά το έτος της πρώτης υποβολής αίτησης για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης ή το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης από νομικό πρόσωπο του οποίου τον έλεγχο ασκεί γεωργός νεαρής ηλικίας.
(19) | Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 53 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, το ανά μονάδα ποσό της προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης προκύπτει από τον λόγο μεταξύ του ποσού που καθορίζεται για τη χρηματοδότηση του αντίστοιχου μέτρου και είτε του ποσοτικού ορίου που τίθεται βάσει του πρώτου εδαφίου του άρθρου 53 παράγραφος 2 είτε του αριθμού εκταρίων ή ζώων που είναι επιλέξιμα για στήριξη κατά το εν λόγω έτος. Είναι σκόπιμο η εν λόγω διάταξη να αναδιατυπωθεί κατά τρόπον ώστε να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να καθορίζουν το ανά μονάδα ποσό σε τιμή η οποία βρίσκεται εντός του εύρους τιμών που διαμορφώνουν οι δύο ανωτέρω τιμές, εφόσον ο αριθμός των επιλέξιμων μονάδων είναι μικρότερος από το ποσοτικό όριο.
(20) | Σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 κοινοποιούν στην Επιτροπή, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τον συνολικό αριθμό των εκταρίων που δηλώθηκαν από τους γεωργούς στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά κοινοποιούνται στην Επιτροπή σε ετήσια βάση αναλυτικότερα δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 809/2014. Συνεπώς, το άρθρο 64 παράγραφος 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 μπορεί να απαλειφθεί.
(21) | Βάσει της πείρας της Επιτροπής από τη διαχείριση των κοινοποιήσεων που αφορούν τον οικολογικό προσανατολισμό δυνάμει του άρθρου 65 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, πρέπει να γίνουν ορισμένες προσαρμογές στο περιεχόμενο των κοινοποιήσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις διατάξεις περί οικολογικού προσανατολισμού του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 όπως τροποποιείται με τον παρόντα κανονισμό.
(22) | Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον συνολικό αριθμό των δικαιούχων, το ύψος των ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί, καθώς και τη συνολική έκταση και τον συνολικό αριθμό των ζώων για τα οποία έχει όντως καταβληθεί η ενίσχυση για κάθε μέτρο συνδεδεμένης στήριξης και καθέναν από τους συγκεκριμένους τύπους γεωργικής δραστηριότητας ή τους συγκεκριμένους γεωργικούς τομείς.
(23) | Από το έτος υποβολής αιτήσεων 2015 και εξής, ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων και η συνολική έκταση ή ο συνολικός αριθμός των δηλωθέντων και προσδιορισθέντων ζώων για κάθε μέτρο προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης θα κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 3 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 809/2014. Επιπλέον, από το έτος υποβολής αιτήσεων 2016 και εξής, το ύψος των χορηγούμενων ενισχύσεων για κάθε μέτρο συνδεδεμένης στήριξης θα περιλαμβάνεται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 10 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 908/2014 της Επιτροπής (9). Συνεπώς, το άρθρο 67 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θα πρέπει να απαλειφθεί.
(24) | Συνεπώς, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 639/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.
(25) | Λόγω της τροποποίησης ορισμένων διατάξεων του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 σχετικά με τα είδη των περιοχών οικολογικής εστίασης, απαιτείται να γίνουν αλλαγές στο παράρτημα X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 και, ειδικότερα, αναπροσαρμογές στον κατάλογο περιοχών οικολογικής εστίασης και στους αντίστοιχους συντελεστές, εφόσον χρειάζεται. Στην αιτιολογική σκέψη 45 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 τονίζεται η σημασία του καθορισμού των περιοχών οικολογικής εστίασης με συνεκτικό τρόπο. Ως εκ τούτου, οι συντελεστές μετατροπής ή στάθμισης που εφαρμόζονται στις ισοδύναμες πρακτικές και οι συντελεστές που εφαρμόζονται σε παρόμοιες ή πανομοιότυπες καθιερωμένες πρακτικές πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνέπεια. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και ισότιμης μεταχείρισης των γεωργών, το παράρτημα X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.
(26) | Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του. Ωστόσο, δεδομένου ότι η διευκρίνιση του άρθρου 49 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014 και η αναδιατύπωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 53 παράγραφος 2 του ίδιου κανονισμού αντικατοπτρίζουν την ερμηνεία που δίδεται στις εν λόγω διατάξεις από την έναρξη της εφαρμογής του κανονισμού, είναι σκόπιμο οι εν λόγω τροποποιήσεις να έχουν αναδρομική ισχύ. Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο τον οποίο θα χρειαστούν οι εθνικές αρχές για την επικαιροποίηση των διοικητικών εργαλείων τους και την έγκαιρη ενημέρωση των γεωργών πριν από την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων των διατάξεων σχετικά με τον οικολογικό προσανατολισμό που επέρχονται με τον παρόντα κανονισμό, οι εν λόγω τροποποιήσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνον όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν το ημερολογιακό έτος το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018. Παρά ταύτα, θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να τις θέσουν σε εφαρμογή όσον αφορά αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν το ημερολογιακό έτος 2017, λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιλογή αυτή θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέπεια έναντι των γεωργών. Θα πρέπει να προβλεφθεί υποχρέωση κοινοποίησης όσον αφορά τις επακόλουθες αλλαγές που επέρχονται σε προηγούμενες κοινοποιήσεις σχετικά με το εν λόγω ημερολογιακό έτος.
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Τροποποίηση του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014
Ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 639/2014 τροποποιείται ως εξής:
1) | Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «Άρθρο 9 | Κάνναβη | 1. Για τους σκοπούς του άρθρου 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, η επιλεξιμότητα των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κάνναβης προϋποθέτει τη χρήση σπόρων προς σπορά των ποικιλιών που περιλαμβάνονται στον “Κοινό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών” στις 15 Μαρτίου του έτους για το οποίο χορηγείται η ενίσχυση, ο οποίος έχει δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου (1). Οι σπόροι προς σπορά πιστοποιούνται σύμφωνα με την οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου (2). | 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σύστημα προσδιορισμού της περιεκτικότητας των ποικιλιών κάνναβης σε Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (εφεξής “περιεκτικότητα σε THC”), το οποίο τους επιτρέπει να εφαρμόζουν τη μέθοδο που προβλέπεται στο παράρτημα III. | 3. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τηρεί αρχεία σχετικά με τα ευρήματα όσον αφορά την περιεκτικότητα σε THC. Τα αρχεία αυτά περιλαμβάνουν για κάθε ποικιλία τουλάχιστον τα αποτελέσματα όσον αφορά την περιεκτικότητα κάθε δείγματος σε THC, εκφραζόμενη σε ποσοστιαία μορφή με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων, τη διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε, τον αριθμό των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν, μνεία του σημείου λήψης του δείγματος και τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο. | 4. Εάν ο μέσος όρος όλων των δειγμάτων μιας συγκεκριμένης ποικιλίας υπερβαίνει την περιεκτικότητα σε THC που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τη διαδικασία Β του παραρτήματος III του παρόντος κανονισμού για την εν λόγω ποικιλία κατά το επόμενο έτος υποβολής αιτήσεων. Η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται κατά τα επόμενα έτη υποβολής αιτήσεων, εκτός εάν όλα τα αποτελέσματα των αναλύσεων της συγκεκριμένης ποικιλίας δεν υπερβαίνουν την περιεκτικότητα σε THC που καθορίζεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. | 5. Εάν, για το δεύτερο έτος, ο μέσος όρος όλων των δειγμάτων μιας συγκεκριμένης ποικιλίας υπερβαίνει την περιεκτικότητα σε THC που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, το κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή αίτηση προκειμένου να λάβει άδεια απαγόρευσης της εμπορίας της ποικιλίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ. Η εν λόγω κοινοποίηση διαβιβάζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 792/2009 της Επιτροπής (3) το αργότερο έως τις 15 Ιανουαρίου του επόμενου έτους υποβολής αιτήσεων. Από το επόμενο έτος υποβολής αιτήσεων, η ποικιλία που αποτέλεσε αντικείμενο της εν λόγω αίτησης παύει να είναι επιλέξιμη για άμεσες ενισχύσεις στο οικείο κράτος μέλος. | 6. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, με τον όρο «κάνναβη ως εμβόλιμη καλλιέργεια» νοείται καλλιέργεια κάνναβης η σπορά της οποίας πραγματοποιείται μετά τις 30 Ιουνίου εκάστου έτους. | 7. Η καλλιέργεια της κάνναβης συνεχίζεται υπό συνήθεις καλλιεργητικές συνθήκες, σύμφωνα με την τοπική πρακτική, επί τουλάχιστον 10 ημέρες από το τέλος της ανθοφορίας, ώστε να είναι δυνατή η διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η καλλιέργεια της κάνναβης ως εμβόλιμης καλλιέργειας συνεχίζεται υπό συνήθεις καλλιεργητικές συνθήκες, σύμφωνα με την τοπική πρακτική, τουλάχιστον έως το τέλος της περιόδου βλάστησης. | Ωστόσο, το κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει τη συγκομιδή της κάνναβης μετά την έναρξη της ανθοφορίας, αλλά πριν από τη λήξη της δεκαήμερης περιόδου μετά το τέλος της ανθοφορίας, υπό τον όρο ότι οι επιθεωρητές υποδεικνύουν ποια αντιπροσωπευτικά τμήματα κάθε αγροτεμαχίου πρέπει να εξακολουθήσουν να καλλιεργούνται για διάστημα τουλάχιστον 10 ημερών μετά το τέλος της ανθοφορίας για λόγους επιθεώρησης, σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο παράρτημα III. | (1) Οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1).» | (2) Οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας των σπόρων προς σπορά των ελαιούχων και κλωστικών φυτών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74).» | (3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 792/2009 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2009, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την κοινοποίηση από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή των πληροφοριών και των εγγράφων σε εφαρμογή της κοινής οργάνωσης των αγορών, του καθεστώτος των άμεσων ενισχύσεων, της προώθησης των γεωργικών προϊόντων και των καθεστώτων που εφαρμόζονται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές και στα μικρά νησιά του Αιγαίου (ΕΕ L 228 της 1.9.2009, σ. 3).».»
2) | Στο άρθρο 24, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «2. Οσάκις ο γεωργός δηλώνει αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης ο οποίος υπερβαίνει τη δηλωθείσα συνολική επιλέξιμη έκτασή του σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, το ακέραιο δικαίωμα ενίσχυσης ή το τμήμα του δικαιώματος ενίσχυσης που υπερβαίνει εν μέρει την εν λόγω επιλέξιμη έκταση θεωρείται ότι έχει ενεργοποιηθεί πλήρως για τους σκοπούς του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο β) του ίδιου κανονισμού. Η ενίσχυση, πάντως, υπολογίζεται βάσει της αντίστοιχης υποδιαίρεσης του επιλέξιμου εκταρίου.».
3) | Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής: | α) | στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος: | «Η εν λόγω περίοδος μπορεί να καθορίζεται σε εθνικό, περιφερειακό ή στο προσήκον υποπεριφερειακό επίπεδο.»· | β) | στην παράγραφο 3, προστίθεται το ακόλουθο τέταρτο εδάφιο: | «Εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται διαφορετικά είδη φυτών το ένα δίπλα στο άλλο και έκαστο εξ αυτών καλύπτει έκταση μικρότερη από το ελάχιστο εμβαδόν που ορίζεται από τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 72 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, δύνανται να θεωρηθούν από τα κράτη μέλη ως καλυπτόμενες με “ενιαία πολυκαλλιέργεια” όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου.».
4) | Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής: | α) | η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «2. Σε γη υπό αγρανάπαυση δεν υπάρχει γεωργική παραγωγή. Τα κράτη μέλη ορίζουν την περίοδο κατά την οποία η γη πρέπει να τελεί υπό αγρανάπαυση σε δεδομένο ημερολογιακό έτος. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από έξι μήνες. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού αριθ. (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, η γη που βρίσκεται υπό αγρανάπαυση για περισσότερο από πέντε έτη προκειμένου να εκπληρωθεί ο στόχος της περιοχής οικολογικής εστίασης παραμένει αρόσιμη γη.»· | β) | οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: | «4. Τα χαρακτηριστικά του τοπίου τίθενται στη διακριτική ευχέρεια του γεωργού και μπορούν να είναι εκείνα που προστατεύονται δυνάμει των ΚΓΠΚ 7, ΚΑΔ 2 ή ΚΑΔ 3, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, και/ή ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: | α) | φυτοφράκτες, δενδρόφυτες ζώνες ή δεντροστοιχίες· | β) | μεμονωμένα δέντρα· | γ) | πρεμνοφυή δάση τα οποία περιλαμβάνουν δέντρα, θάμνους ή λίθους· | δ) | μικρές λίμνες. Δεξαμενές από σκυρόδεμα ή πλαστικό δεν θεωρούνται περιοχές οικολογικής εστίασης· | ε) | τάφροι, περιλαμβανομένων ανοικτών υδάτινων ρευμάτων για σκοπούς άρδευσης ή αποστράγγισης. Κανάλια με τοιχώματα από σκυρόδεμα δεν θεωρούνται περιοχές οικολογικής εστίασης· | στ) | παραδοσιακές ξερολιθιές. | Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να περιορίσουν την επιλογή χαρακτηριστικών τοπίου σε εκείνα που προβλέπουν η ΚΓΠΚ 7, η ΚΑΔ 2 ή η ΚΑΔ 3, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 ή/και σε ένα ή περισσότερα από αυτά που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως στ) του πρώτου εδαφίου. | Για τους φυτοφράκτες, τις δενδρόφυτες ζώνες και τις δεντροστοιχίες, καθώς και τις τάφρους που αναφέρονται στα στοιχεία α) και ε) του πρώτου εδαφίου αντίστοιχα, η έκταση που χαρακτηρίζεται περιοχή οικολογικής εστίασης είναι πλάτους έως 10 μέτρων. | Για τα πρεμνοφυή δάση και τις μικρές λίμνες που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου αντίστοιχα, η έκταση που χαρακτηρίζεται περιοχή οικολογικής εστίασης δεν υπερβαίνει τα 0,3 εκτάρια. | Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ελάχιστο μέγεθος των μικρών λιμνών. Όπου υπάρχει ζώνη με παραποτάμια βλάστηση κατά μήκος του νερού, η αντίστοιχη έκταση συνυπολογίζεται στην περιοχή οικολογικής εστίασης. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν κριτήρια για να διασφαλίσουν ότι οι μικρές λίμνες έχουν φυσική αξία, λαμβάνοντας υπόψη το ρόλο που διαδραματίζουν οι φυσικές λίμνες για τη διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών. | Για τους σκοπούς του στοιχείου στ) του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη καθορίζουν ελάχιστα κριτήρια βάσει εθνικών ή περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων, περιλαμβανομένων ορίων στις διαστάσεις του ύψους και του πλάτους. | 5. Οι ζώνες ανάσχεσης και οι παρυφές των αγρών μπορούν να είναι κάθε είδους ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών, περιλαμβανομένων των ζωνών ανάσχεσης κατά μήκος υδάτινων ρευμάτων που απαιτούνται από τις ΚΓΠΚ 1, ΚΑΔ 1 ή ΚΑΔ 10, όπως αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, ή των παρυφών αγρών που προστατεύονται δυνάμει των ΚΓΠΚ 7, ΚΑΔ 2 ή ΚΑΔ 3, όπως αναφέρονται στο ίδιο παράρτημα. | Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν την επιλογή των ζωνών ανάσχεσης και των παρυφών αγρών σε αυτές που απαιτούνται βάσει των κανόνων πολλαπλής συμμόρφωσης του πρώτου εδαφίου. | Τα κράτη μέλη καθορίζουν το ελάχιστο πλάτος των ζωνών ανάσχεσης και των παρυφών αγρών, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ενός μέτρου για τους σκοπούς των περιοχών οικολογικής εστίασης. Η παραποτάμια βλάστηση κατά μήκος υδάτινων ρευμάτων συνυπολογίζεται στην έκταση της περιοχής οικολογικής εστίασης. Σε ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών δεν υπάρχει γεωργική παραγωγή. | Για ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών εκτός όσων απαιτούνται ή προστατεύονται από τις ΚΓΠΚ 1, ΚΓΠΚ 7, ΚΑΔ 1, ΚΑΔ 2, ΚΑΔ 3 ή ΚΑΔ 10, όπως αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, η έκταση που χαρακτηρίζεται περιοχή οικολογικής εστίασης είναι πλάτους έως 20 μέτρων.»· | γ) | παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 5α: | «5α. Για τους σκοπούς της δεύτερης περιόδου του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, οι εκτάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου θεωρούνται παρακείμενες εκτάσεις ή παρακείμενα χαρακτηριστικά εφόσον βρίσκονται δίπλα σε περιοχή οικολογικής εστίασης η οποία γειτνιάζει άμεσα με την αρόσιμη γη της εκμετάλλευσης.»· | δ) | οι παράγραφοι 7 έως 10 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: | «7. Όσον αφορά τις λωρίδες επιλέξιμων εκταρίων κατά μήκος των παρυφών δασών, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν είτε να επιτρέψουν τη γεωργική παραγωγή είτε να θεσπίσουν απαίτηση μη γεωργικής παραγωγής ή να δώσουν και τις δύο επιλογές στους γεωργούς. Τα κράτη μέλη καθορίζουν το ελάχιστο πλάτος των εν λόγω λωρίδων, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 1 μέτρο. | Η έκταση που χαρακτηρίζεται περιοχή οικολογικής εστίασης είναι πλάτους έως 10 μέτρων εφόσον τα κράτη μέλη αποφασίσουν να επιτρέψουν τη γεωργική παραγωγή, και έως 20 μέτρων εφόσον τα κράτη μέλη αποφασίσουν να μην επιτρέψουν τη γεωργική παραγωγή. | 8. Για εκτάσεις με πρεμνοφυή δάση μικρού περίτροπου χρόνου όπου δεν χρησιμοποιούνται ορυκτά λιπάσματα ή/και προϊόντα φυτοπροστασίας, τα κράτη μέλη καταρτίζουν έναν κατάλογο ειδών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό, επιλέγοντας -από τον κατάλογο που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013- τα πλέον κατάλληλα είδη από οικολογικής άποψης, αποκλείοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα εμφανώς μη αυτόχθονα είδη. Τα κράτη μέλη καθορίζουν επίσης τις απαιτήσεις για τη χρήση ορυκτών λιπασμάτων ή/και προϊόντων φυτοπροστασίας, εφόσον αυτή επιτρέπεται από τα κράτη μέλη, έχοντας υπόψη τον στόχο των περιοχών οικολογικής εστίασης, ιδίως όσον αφορά τη διαφύλαξη και την αύξηση της βιοποικιλότητας. | 9. Οι εκτάσεις με εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη περιλαμβάνουν εκτάσεις που καθορίζονται βάσει των απαιτήσεων της ΚΑΔ 1, όπως αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, καθώς και άλλες εκτάσεις με εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη, εφόσον διαμορφώθηκαν με σπορά μείγματος ειδών καλλιέργειας ή με επισπορά αγρωστωδών ή ψυχανθών στη βασική καλλιέργεια. | Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των μειγμάτων σπόρων ειδών καλλιέργειας που μπορούν να χρησιμοποιούνται και καθορίζουν σε εθνικό, περιφερειακό, υποπεριφερειακό επίπεδο ή σε επίπεδο εκμετάλλευσης την περίοδο κατά την οποία πρέπει να υπάρχει παρουσία εμβόλιμων καλλιεργειών ή φυτοκάλυψης σε εκτάσεις οι οποίες διαμορφώνονται με σπορά μείγματος ειδών καλλιέργειας. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από οκτώ εβδομάδες. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν συμπληρωματικούς όρους, ιδίως όσον αφορά τις μεθόδους παραγωγής. | Οι εκτάσεις με εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη δεν περιλαμβάνουν εκτάσεις χειμερινής καλλιέργειας οι οποίες σπέρνονται το φθινόπωρο και χρησιμοποιούνται συνήθως για συγκομιδή ή βοσκή. Δεν περιλαμβάνουν επίσης τις εκτάσεις οι οποίες καλύπτονται με ισοδύναμες πρακτικές που αναφέρονται στο παράρτημα IX σημεία Ι.3 και Ι.4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. | 10. Σε εκτάσεις με αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες, οι γεωργοί καλλιεργούν τα αζωτοδεσμευτικά φυτά τα οποία περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται από το κράτος μέλος. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τις αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες οι οποίες το κράτος μέλος θεωρεί ότι συμβάλλουν στον στόχο της αύξησης της βιοποικιλότητας, ενδέχεται δε να περιλαμβάνει και συγκαλλιέργειες αζωτοδεσμευτικών και άλλων φυτών, υπό τον όρο να επικρατούν τα αζωτοδεσμευτικά. Οι εν λόγω καλλιέργειες είναι παρούσες κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν πρόσθετους όρους, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο παραγωγής, με σκοπό κυρίως να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη επίτευξης των στόχων της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ και της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, καθώς και η πιθανότητα οι αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες να αυξάνουν τον κίνδυνο έκπλυσης αζώτου το φθινόπωρο. | Οι εκτάσεις με αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες δεν περιλαμβάνουν τις εκτάσεις που καλύπτονται με ισοδύναμες πρακτικές οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα IX σημεία Ι.3 και Ι.4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013.»· | ε) | παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 10α, 10β και 10γ: | «10α. Για τους σκοπούς των παραγράφων 2, 5 και 7, με τον όρο “μη γεωργική παραγωγή” νοείται η απουσία γεωργικής δραστηριότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της ΚΓΠΚ 4, όπως αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013. Δράσεις που αποσκοπούν στη δημιουργία φυτοκάλυψης για τους σκοπούς της βιοποικιλότητας, περιλαμβανομένης της σποράς μειγμάτων σπόρων αγριολούλουδων, επιτρέπονται. | Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από την απαίτηση μη παραγωγής, για τους σκοπούς των παραγράφων 5 και 7, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη χορτοκοπή ή τη βοσκή σε ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών, καθώς και σε λωρίδες επιλέξιμων εκταρίων κατά μήκος των παρυφών δασών χωρίς παραγωγή, εφόσον η λωρίδα παραμένει διακριτή από την παρακείμενη γεωργική γη. | 10β. Η χρήση προϊόντων φυτοπροστασίας απαγορεύεται σε όλες τις εκτάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 9 και 10, καθώς και σε εκτάσεις με γεωργική παραγωγή που αναφέρονται στην παράγραφο 7. | 10γ. Στις εκτάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9 οι οποίες διαμορφώνονται με επισπορά αγρωστωδών ή ψυχανθών στη βασική καλλιέργεια, η εν λόγω απαγόρευση ισχύει από τον χρόνο της συγκομιδής της βασικής καλλιέργειας για διάστημα τουλάχιστον οκτώ εβδομάδων ή έως τη σπορά της επόμενης βασικής καλλιέργειας.».
5) | Στο άρθρο 49 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο νέο εδάφιο: | «Γεωργός νεαρής ηλικίας ο οποίος ασκεί αποτελεσματικό και μακροχρόνιο έλεγχο στο νομικό πρόσωπο κατά την έννοια του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για τους σκοπούς του άρθρου 50 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, είναι ηλικίας κάτω των 40 ετών κατά το έτος πρώτης υποβολής αίτησης στο πλαίσιο του καθεστώτος βασικής ενίσχυσης ή του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης από το νομικό πρόσωπο του οποίου ο γεωργός νεαρής ηλικίας ασκεί τον έλεγχο.».
6) | Στο άρθρο 53 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «Η ετήσια ενίσχυση εκφράζεται ως το ανά μονάδα ποσό στήριξης. Μπορεί να είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ποσά ή, εφόσον η επιλέξιμη για στήριξη έκταση ή ο αριθμός των ζώων δεν υπερβαίνει την έκταση ή τον αριθμό των ζώων που καθορίστηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ένα ποσό μεταξύ αυτών: | α) | ο λόγος του ποσού που καθορίζεται για τη χρηματοδότηση του μέτρου το οποίο κοινοποιείται σύμφωνα με το παράρτημα I σημείο 3) στοιχείο θ) του παρόντος κανονισμού προς την έκταση ή τον αριθμό των ζώων που είναι επιλέξιμα για στήριξη κατά το εν λόγω έτος· | β) | ο λόγος του ποσού που καθορίζεται για τη χρηματοδότηση του μέτρου το οποίο κοινοποιείται σύμφωνα με το παράρτημα I σημείο 3) στοιχείο θ) του παρόντος κανονισμού προς την έκταση ή τον αριθμό των ζώων που καθορίστηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.».
7) | Στο άρθρο 64, η παράγραφος 5 απαλείφεται.
8) | Το άρθρο 65 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: | α) | το στοιχείο γ) τροποποιείται ως εξής: | i) | το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «ii) | τον συνολικό αριθμό γεωργών που εξαιρούνται από μία ή περισσότερες πρακτικές οικολογικού προσανατολισμού και τον αριθμό των εκταρίων που δηλώθηκαν από τους εν λόγω γεωργούς, τον αριθμό των γεωργών που εξαιρούνται από όλες τις πρακτικές επειδή συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, τον αριθμό των γεωργών που υπάγονται στο καθεστώς των μικροκαλλιεργητών, τον αριθμό των γεωργών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση διαφοροποίησης των καλλιεργειών, καθώς και τον αριθμό των γεωργών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση οικολογικής εστίασης, και τον αντίστοιχο αριθμό εκταρίων που δηλώθηκαν από τους εν λόγω γεωργούς·»· | ii) | το σημείο vi) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: | «vi) | τον συνολικό αριθμό γεωργών που δηλώνουν περιβαλλοντικά ευαίσθητους μόνιμους βοσκοτόπους, τον συνολικό αριθμό εκταρίων που καλύπτονται από περιβαλλοντικά ευαίσθητους μόνιμους βοσκοτόπους που δηλώθηκαν από τους εν λόγω γεωργούς, τον συνολικό αριθμό εκταρίων των χαρακτηρισμένων ως περιβαλλοντικά ευαίσθητων μόνιμων βοσκοτόπων και τον συνολικό αριθμό εκταρίων των μόνιμων βοσκοτόπων σε εκτάσεις που καλύπτονται από τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ ή 2009/147/ΕΚ·»· | β) | προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε): | «ε) | έως την 1η Αυγούστου κάθε έτους, την περίοδο που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των μεριδίων διαφορετικών καλλιεργειών σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, καθώς και το γεωγραφικό επίπεδο στο οποίο καθορίζεται η εν λόγω περίοδος.».
9) | Στο άρθρο 67, η παράγραφος 2 απαλείφεται.
10) | Προστίθεται παράρτημα III με το κείμενο του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013
Το παράρτημα X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος II του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 3
Μεταβατικά μέτρα

  1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να εφαρμόσουν μέρος ή το σύνολο των τροποποιήσεων των σημείων 3), 4) και 8) του άρθρου 1 και, συνεπώς, την τροποποίηση του άρθρου 2 σε σχέση με τα τυπικά χαρακτηριστικά της περιοχής οικολογικής εστίασης, στις αιτήσεις ενισχύσεων οι οποίες αφορούν το ημερολογιακό έτος 2017.
  2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και ενημερώνουν τους γεωργούς σχετικά με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τις επακόλουθες αλλαγές των κοινοποιήσεων που γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφοι 1 έως 4 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 639/2014, το αργότερο εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
    Άρθρο 4
    Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
    Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    Τα σημεία 3), 4) και 8) του άρθρου 1 και το άρθρο 2 εφαρμόζονται στις αιτήσεις ενισχύσεων οι οποίες αφορούν το ημερολογιακό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018.
    Τα σημεία 5) και 6) του άρθρου 1 εφαρμόζονται στις αιτήσεις ενισχύσεων οι οποίες αφορούν τα ημερολογιακά έτη που έπονται του ημερολογιακού έτους 2014.
    Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
    Βρυξέλλες, 15 Φεβρουαρίου 2017.
    Για την Επιτροπή
    Ο Πρόεδρος
    Jean-Claude JUNCKER
    (1) ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 608.
    (2) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 639/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την τροποποίηση του παραρτήματος X του εν λόγω κανονισμού (ΕΕ L 181 της 20.6.2014, σ. 1).
    (3) Οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας των σπόρων προς σπορά των ελαιούχων και κλωστικών φυτών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74).
    (4) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 809/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης και την πολλαπλή συμμόρφωση (ΕΕ L 227 της 31.7.2014, σ. 69).
    (5) COM(2015) 478 τελικό, Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο — Ενδιάμεση επανεξέταση της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα έως το 2020.
    (6) Κανονισμος (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 549).
    (7) Οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375 της 31.12.1991, σ. 1).
    (8) Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).
    (9) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 908/2014 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τους κανόνες σχετικά με τους ελέγχους, τις εγγυήσεις και τη διαφάνεια (ΕΕ L 255 της 28.8.2014, σ. 59).
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
    «
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
    Ενωσιακή μέθοδος για τον ποσοτικό προσδιορισμό της Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης στις ποικιλίες κάνναβης
  3. Πεδίο
    Σκοπός της μεθόδου που περιγράφεται στο παρόν παράρτημα είναι ο προσδιορισμός της περιεκτικότητας των ποικιλιών κάνναβης (Cannabis satiνa L.) σε Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (εφεξής καλούμενη “THC”). Ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζεται είτε η διαδικασία Α είτε η διαδικασία Β που περιγράφονται στο παρόν παράρτημα.
    Η αρχή της μεθόδου συνίσταται στον ποσοτικό προσδιορισμό της THC με αεριοχρωματογραφία (GC) μετά από εκχύλιση με κατάλληλο διαλύτη.
    1.1. Διαδικασία A
    Η διαδικασία Α ακολουθείται για τους ελέγχους της παραγωγής κάνναβης που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 και στο άρθρο 30 στοιχείο ζ) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 809/2014 της Επιτροπής (*1).
    1.2. Διαδικασία B
    Η διαδικασία Β ακολουθείται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 6 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 809/2014 της Επιτροπής.
  4. Δειγματοληψία
    2.1. Δείγματα
    Τα δείγματα συλλέγονται στη διάρκεια της ημέρας, με βάση συστηματικό σχήμα, ώστε το δείγμα να είναι αντιπροσωπευτικό του αγρού, αποκλείοντας τα άκρα της καλλιέργειας.
    2.1.1. Διαδικασία Α: από κάθε επιλεγόμενο φυτό του πληθυσμού δεδομένης ποικιλίας κάνναβης λαμβάνεται τμήμα μήκους 30 cm, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον μία θηλυκή ταξιανθία. Τα δείγματα συλλέγονται κατά την περίοδο μεταξύ 20 ημερών μετά την έναρξη της ανθοφορίας και 10 ημερών μετά το τέλος της ανθοφορίας.
    Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της δειγματοληψίας κατά την περίοδο μεταξύ της ημέρας έναρξης της ανθοφορίας και 20 ημερών μετά την έναρξή της, υπό τον όρο ότι, για κάθε καλλιεργούμενη ποικιλία, συλλέγονται αντιπροσωπευτικά δείγματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, κατά την περίοδο μεταξύ 20 ημερών μετά την έναρξη της ανθοφορίας και 10 ημερών μετά το τέλος της.
    Για την κάνναβη που καλλιεργείται ως δευτερεύουσα καλλιέργεια, ελλείψει θηλυκής ταξιανθίας, λαμβάνονται τα πρώτα 30 cm από την κορυφή του στελέχους του φυτού. Στην περίπτωση αυτή η δειγματοληψία πραγματοποιείται αμέσως πριν από το τέλος της περιόδου βλάστησης, μόλις αρχίσουν τα φύλλα να παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια κιτρινίσματος, ωστόσο το αργότερο κατά την έναρξη της προβλεπόμενης περιόδου παγετού.
    2.1.2. Διαδικασία Β: από κάθε επιλεγόμενο φυτό του πληθυσμού δεδομένης ποικιλίας κάνναβης, λαμβάνεται το ανώτερο ένα τρίτο. Η δειγματοληψία πραγματοποιείται κατά τις 10 ημέρες μετά το τέλος της ανθοφορίας ή, για την κάνναβη που καλλιεργείται ως δευτερεύουσα καλλιέργεια, ελλείψει θηλυκής ταξιανθίας, αμέσως πριν από το τέλος της περιόδου βλάστησης, μόλις αρχίσουν τα φύλλα να παρουσιάζουν τα πρώτα σημάδια κιτρινίσματος, αλλά όχι αργότερα από την έναρξη της προβλεπόμενης περιόδου παγετού. Στην περίπτωση των διοίκων ποικιλιών, λαμβάνονται δείγματα μόνον από θηλυκά φυτά.
    2.2. Μέγεθος δείγματος
    Διαδικασία Α: το δείγμα περιλαμβάνει μέρη 50 φυτών ανά αγρό.
    Διαδικασία Β: το δείγμα περιλαμβάνει μέρη 200 φυτών ανά αγρό.
    Κάθε δείγμα τοποθετείται, χωρίς να συνθλίβεται, σε υφασμάτινο ή χάρτινο σάκο και αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανάλυση.
    Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη συλλογή δεύτερου δείγματος για επιβεβαιωτική ανάλυση, εάν χρειαστεί, το οποίο φυλάσσεται είτε από τον παραγωγό είτε από τον υπεύθυνο για την ανάλυση φορέα.
    2.3. Ξήρανση και αποθήκευση του δείγματος
    Τα δείγματα ξηραίνονται το ταχύτερο δυνατό και, οπωσδήποτε, εντός 48 ωρών σε θερμοκρασία κάτω των 70 °C με οποιαδήποτε μέθοδο.
    Τα δείγματα ξηραίνονται μέχρι σταθερού βάρους και υγρασίας μεταξύ 8 % και 13 %.
    Τα ξηρά δείγματα διατηρούνται, χωρίς να συνθλίβονται, σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C σε σκοτεινό χώρο.
  5. Προσδιορισμός της περιεκτικότητας σε THC
    3.1. Παρασκευή δείγματος προς ανάλυση
    Από τα ξηρά δείγματα αφαιρούνται οι βλαστοί και τα σπέρματα μεγέθους άνω των 2 mm.
    Τα ξηρά δείγματα λειοτριβούνται μέχρι να ληφθεί ημιλεπτόκοκκη σκόνη (διέλευση από κόσκινο με βροχίδες διαμέτρου 1 mm).
    Η σκόνη μπορεί να διατηρηθεί για 10 εβδομάδες σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C σε σκοτεινό και ξηρό χώρο.
    3.2. Αντιδραστήρια και διάλυμα εκχύλισης
    Αντιδραστήρια
    — | Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη χρωματογραφικής καθαρότητας,
    — | σκουαλάνιο χρωματογραφικής καθαρότητας, ως εσωτερικό πρότυπο.
    Διάλυμα εκχύλισης
    — | 35 mg σκουαλανίου ανά 100 ml εξανίου.
    3.3. Εκχύλιση THC
    Ζυγίζονται 100 mg του κονιοποιημένου δείγματος ανάλυσης, φέρονται σε φυγοκεντρικό σωλήνα και προστίθενται 5 ml του εκχυλιστικού διαλύματος που περιέχει το εσωτερικό πρότυπο.
    Το σύνολο τοποθετείται για είκοσι λεπτά σε λουτρό υπερήχων. Ακολουθεί φυγοκέντρηση για πέντε λεπτά στις 3 000 περιστροφές ανά λεπτό και, κατόπιν, απομακρύνεται το υπερκείμενο διάλυμα THC. Το διάλυμα αυτό εισάγεται στον χρωματογράφο και εκτελείται ποσοτικός προσδιορισμός.
    3.4. Αέρια χρωματογραφία
    α) Εργαστηριακά σκεύη και όργανα
    — | αεριοχρωματογράφος, εξοπλισμένος με ανιχνευτή ιονισμού φλόγας και με σύστημα εισόδου δείγματος με δυνατότητα διαχωρισμού του ρεύματος αερίου (split/splitless),
    — | στήλη που επιτρέπει καλό διαχωρισμό των κανναβινοειδών, π.χ. γυάλινη τριχοειδής στήλη μήκους 25 m και διαμέτρου 0,22 mm, με μη πολικό φαινυλ-μεθυλ-σιλοξάνιο συγκεντρώσεως 5 % ως στατική φάση.
    β) Καμπύλη βαθμονόμησης
    Τουλάχιστον τρία σημεία για τη διαδικασία Α και πέντε σημεία για τη διαδικασία Β, συμπεριλαμβανομένων των σημείων 0,04 και 0,50 mg/ml THC σε εκχυλιστικό διάλυμα.
    γ) Πειραματικές συνθήκες
    Δίδονται ενδεικτικά οι ακόλουθες συνθήκες για τη στήλη που αναφέρεται στο στοιχείο α):
    — | θερμοκρασία κλιβάνου 260 °C
    — | θερμοκρασία συστήματος εισόδου δείγματος 300 °C
    — | θερμοκρασία ανιχνευτή 300 °C.
    δ) Εισαγόμενος όγκος: 1 μl
  6. Αποτελέσματα
    Τα αποτελέσματα εκφράζονται με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων σε γραμμάρια THC ανά 100 γραμμάρια δείγματος ανάλυσης που έχει ξηρανθεί μέχρι σταθερού βάρους. Εφαρμόζεται ανοχή 0,03 g/100 g.
    — | Διαδικασία Α: ένας προσδιορισμός ανά δείγμα ανάλυσης.
    Ωστόσο, εάν το προκύπτον αποτέλεσμα υπερβαίνει την οριακή τιμή που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, διεξάγεται δεύτερος προσδιορισμός για κάθε δείγμα ανάλυσης και ως αποτέλεσμα λαμβάνεται ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων των δύο προσδιορισμών.
    — | Διαδικασία Β: το αποτέλεσμα αντιστοιχεί στον μέσο όρο των αποτελεσμάτων δύο προσδιορισμών ανά δείγμα ανάλυσης.
    »
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
    «
    ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X
    Συντελεστές μετατροπής ή στάθμισης που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 3
    Χαρακτηριστικά | Συντελεστής μετατροπής | (m/δένδρο ανά m2) | Συντελεστής στάθμισης | Περιοχή οικολογικής εστίασης | (εάν εφαρμόζονται και οι δύο συντελεστές)
    Γη υπό αγρανάπαυση (ανά 1 m2) | α.α. | 1 | 1 m2
    Αναβαθμίδες (ανά 1 m) | 2 | 1 | 2 m2
    Χαρακτηριστικά του τοπίου: | | |
    | Φυτοφράκτες/δενδρόφυτες ζώνες/δενδροστοιχίες (ανά 1 m) | 5 | 2 | 10 m2
    | Μεμονωμένο δένδρο (ανά δένδρο) | 20 | 1,5 | 30 m2
    | Πρεμνοφυή δάση (ανά 1 m2) | α.α. | 1,5 | 1,5 m2
    | Μικρές λίμνες (ανά 1 m2) | α.α. | 1,5 | 1,5 m2
    | Τάφροι (ανά 1 m) | 5 | 2 | 10 m2
    | Παραδοσιακές ξερολιθιές (ανά 1 m) | 1 | 1 | 1 m2
    | Άλλα χαρακτηριστικά που δεν αναφέρονται παραπάνω, αλλά προστατεύονται δυνάμει της καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης (ΚΓΠΚ) 7 ή των κανονιστικών απαιτήσεων διαχείρισης (ΚΑΔ) 2 ή 3 (ανά 1 m2) | α.α. | 1 | 1 m2
    Ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών (ανά 1 m) | 6 | 1,5 | 9 m2
    Γεωργοδασοκομικά εκτάρια (ανά 1 m2) | α.α. | 1 | 1 m2
    Λωρίδες επιλέξιμων εκταρίων κατά μήκος παρυφών δασών (ανά 1 m) | | |
    | Άνευ παραγωγής | 6 | 1,5 | 9 m2
    Με παραγωγή | 6 | 0,3 | 1,8 m2
    Εκτάσεις με πρεμνοφυή δάση μικρού περίτροπου χρόνου (ανά 1 m2) | α.α. | 0,3 | 0,3 m2
    Αναδασωμένες εκτάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) (ανά 1 m2) | α.α. | 1 | 1 m2
    Εκτάσεις με εμβόλιμες καλλιέργειες ή φυτοκάλυψη (ανά 1 m2) | α.α. | 0,3 | 0,3 m2
    Εκτάσεις με αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες (ανά 1 m2) | α.α. | 0,7 | 0,7 m2
    Συντελεστές μετατροπής και στάθμισης που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 3 για τα χαρακτηριστικά που περιλαμβάνονται στις αντίστοιχες πρακτικές, όπως απαριθμούνται στο τμήμα III του παραρτήματος IX
    Πρακτική ισοδύναμη με περιοχή οικολογικής εστίασης | Ομοειδής τυπική περιοχή οικολογικής εστίασης | Συντελεστής μετατροπής | Συντελεστής στάθμισης | Περιοχή οικολογικής εστίασης (εάν εφαρμόζονται και οι δύο συντελεστές)
    1) | Οικολογική αγρανάπαυση (ανά 1 m2) | Γη υπό αγρανάπαυση | α.α. | 1 | 1 m2
    2) | Δημιουργία “ζωνών προστασίας” (ανά 1 m) | Ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών | 6 | 1,5 | 9 m2
    3) | Διαχείριση μη καλλιεργημένων λωρίδων προστασίας και παρυφών αγρών (ανά 1 m) | Ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών | 6 | 1,5 | 9 m2
    4) | Παρυφές, επιτόπιες λωρίδες προστασίας και αγροτεμάχια: | | | |
    Παρυφές, επιτόπιες λωρίδες προστασίας (ανά 1 m) | Ζώνες ανάσχεσης και παρυφές αγρών | 6 | 1,5 | 9 m2
    Αγροτεμάχια (ανά 1 m2) | Πρεμνοφυή δάση | α.α. | 1,5 | 1,5 m2
    5) | Διαχείριση χαρακτηριστικών του τοπίου: | | | |
    Μεμονωμένο δένδρο (ανά δένδρο) | Μεμονωμένο δένδρο | 20 | 1,5 | 30 m2
    Δενδροστοιχία (ανά 1m) | Φυτοφράκτες/δενδρόφυτες ζώνες/δενδροστοιχίες | 5 | 2 | 10 m2
    Συστάδα δένδρων/Πρεμνοφυή δάση (ανά 1 m2) | Πρεμνοφυή δάση | α.α. | 1,5 | 1,5 m2
    Θαμνοστοιχίες (ανά 1 m) | Φυτοφράκτες/δενδρόφυτες ζώνες/δενδροστοιχίες | 5 | 2 | 10 m2
    Παρόχθια ξυλώδης βλάστηση (ανά 1 m) | Φυτοφράκτες/δενδρόφυτες ζώνες/δενδροστοιχίες | 5 | 2 | 10 m2
    Αναβαθμίδες (ανά 1 m) | Αναβαθμίδες | 2 | 1 | 2 m2
    Πέτρινοι τοίχοι (ανά 1 m) | Παραδοσιακές ξερολιθιές | 1 | 1 | 1 m2
    Τάφροι (ανά 1 m) | Τάφροι | 5 | 2 | 10 m2
    Μικρές λίμνες (ανά 1 m2) | Μικρές λίμνες | α.α. | 1,5 | 1,5 m2
    6) | Διατήρηση αρόσιμου τυρφώδους ή υγρού εδάφους καλυμμένου με χόρτο (χωρίς χρήση λιπασμάτων ή φυτοπροστατευτικών προϊόντων) (ανά 1 m2) | Γη υπό αγρανάπαυση | α.α. | 1 | 1 m2
    7) | Παραγωγή σε αρόσιμη γη χωρίς χρήση λιπασμάτων και/ή φυτοπροστατευτικών προϊόντων, και χωρίς άρδευση, χωρίς σπορά της ίδιας καλλιέργειας επί δύο συνεχόμενα έτη (ανά 1 m2) | Εκτάσεις με πρεμνοφυή δάση μικρού περίτροπου χρόνου· Λωρίδες κατά μήκος παρυφών δασών με παραγωγή· Εκτάσεις με αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες | α.α. | 0,3 | 0,7 για αζωτοδεσμευτικές καλλιέργειες | 0,3 m2 | 0,7 m2
    8) | Μετατροπή αρόσιμης γης σε μόνιμο βοσκότοπο (ανά 1 m2) | Γη υπό αγρανάπαυση | α.α. | 1 | 1 m2